Η κατάσταση έχει ως εξής. Από μικρή έχεις μάθει να κρύβεσαι. Τότε το ονόμαζες κρυφτό. Ήταν το αγαπημένο σου παχνίδι. Λάτρευες την αδρεναλίνη που σου προσέφερε, τις σκανταλιές που σου επιτρεπόταν να κάνεις, την εφευρετικότητα σου στις κρυψώνες, και κυρίως λάτρευες το άτακτο γεμάτο ζωντάνια βλέμμα που αντανακλούσε στα μάτια όλων των παικτών. Έπειτα μεγάλωσες αλλά συνέχιζες να κρύβεσαι πότε πίσω από λέξεις, πότε πίσω από αγγίγματα, πότε πίσω από ψέματα, αύτο ήταν το χειρότερό σου γιατί αυτήν την κρυψώνα στην επέβαλλαν. Αυτή η κρυψώνα δεν σου άφηνε χώρο για καμία δημιουργική εφεύρεση. Και πότε πίσω απο συναισθήματα. Με κάθε καινούρια κρυψώνα ένιωθες πάλι την αδρεναλίνη, τη σκανταλιά, την αταξία του αγαπημένου σου παιχνιδιού γ αυτό και απογοητευόσουν κάθε φορά που έπρεπε να τη προδόσεις. Όλα αυτά τα χαιρόσουν γιατί ακόμη δεν είχες ανακαλύψει τίποτα πραγματικά ξεχωριστό. Ώσπου σε ένα βράδυ μια μελωδία σε έκλεισε μαζί του σε ένα κουτάκι του μυαλού σου κλειδωμένο από πλημμύρα συναισθημάτων. Αυτός έπιασε τη κιθάρα του. Αυτός έβγαζε μελωδία, νότες, στίχους και φωτιά από τα μάτια του. Εσύ εκεί προσπαθούσες να κρυφτείς. Δεν άντεχες την ένταση της στιγμής. Έψαχνες κρυψώνα στη μελωδία του, πίσω απο τις λέξεις έψαχνες απελπισμένα να βρείς ποιές ταιριάζουν σε εσένα να τις πάρεις μαζί σου. Κλείνεις τα μάτια στον αγαπημένο σου στίχο, δεν ήταν αγαπημένος από πριν τώρα έγινε που τραγουδήθηκε απο αυτά τα χείλη, και όλα σου τα κύτταρα νιώθουν την ένταση της μουσικής του. Αποφασιστικά τα ανοίγεις. Είσαι σίγουρη πως πλέον για το υπόλοιπο βράδυ έχεις βρει το καταφύγιο σου. Αφήνει τη κιθάρα. Χώνεσαι στην αγκαλιά του. Τώρα πια το κρυφτό, σου φαίνεται τόσο βαρετό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου